Auguste Rodin

 
Ο Γάλλος γλύπτης Auguste Rodin απεικόνισε με μοναδικό τρόπο τα ανθρώπινα συναισθήματα στο χαλκό και στο μάρμαρο και αναδείχθηκε σ' έναν από τους μεγαλύτερους ανδριαντοποιούς - αν όχι το μεγαλύτερο - στην ιστορία της γλυπτικής. Γεννήθηκε το 1840 στο Παρίσι και πέθανε το 1917 στο Μεντόν. Το μνημειακό έργο του "η πύλη της κόλασης" του παραγγέλθηκε το 1880 για το μελλοντικό μουσείο διακοσμητικών τεχνών στο Παρίσι.
 
Το έργο παρέμεινε ημιτελές, αν και τον απασχόλησε σ' όλη τη διάρκεια της ζωής του και υπήρξε αφετηρία για δύο από τις πιο διάσημες, αυτόνομες γλυπτικές συνθέσεις του, όπου αναδεικνύεται όλη η κλίμακα των ανθρώπινων αισθημάτων: "του σκεπτόμενου" (1880) και "του φιλιού" (1886). Στους ανδριάντες του συμπεριλαμβάνονται και οι μνημειώδεις μορφές του Βίκτωρ Ουγκό και του Ονορέ ντε Μπαλζακ.

Καταγόταν από φτωχική οικογένεια. Σε ηλικία δεκατριών χρονών γράφτηκε σε μία σχολή σχεδίου, όπου διδάχτηκε σχέδιο και πλαστική. Στα δεκαεφτά του προσπάθησε να μπει στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά απορρίφθηκε τρεις φορές στους διαγωνισμούς. Άρχισε να βγάζει το ψωμί του διακοσμώντας λιθόγλυπτα. Στα πρώιμα έργα του συμπεριλαμβάνονται πολλές σπουδές προτομών της γυναίκας του Μπερέ. Το έργο του "ο άνθρωπος με τη σπασμένη μύτη" απορρίφθηκε από το επίσημο κρατικό σαλόνι τέχνης.

Συνεργάστηκε με το γλύπτη Καριέ Μπελέζ κάνοντας διακοσμήσεις δημοσίων κτιρίων στις Βρυξέλες. Όταν ο τελευταίος τον απέλυσε, ο Ροντέν φιλοτέχνησε χάλκινα διακοσμητικά έργα στις Βρυξέλες.

Σε ηλικία 35 ετών ο Ροντέν, λόγω των πιέσεων από τη διακοσμητική εργασία, δεν έχει καταφέρει ακόμα να διαμορφώσει μία προσωπική νοοτροπία.

Επισκέφθηκε την Ιταλία, η οποία του πρόσφερε μία συγκλονιστική εμπειρία που ερέθισε τη μεγαλοφυΐα του. Η Γένουα, η Φλωρεντία, η Ρώμη, η Νάπολη, η Βενετία και κυρίως η αποκάλυψη της τέχνης του Μιχαήλ Αγγέλου και του Ντονατέλο τον έσωσαν από τον ακαδημαϊσμό, με τον οποίο συνδεόταν η μέχρι τότε δουλειά του. Κάτω από τις επιδράσεις αυτές, έχυσε στο χαλκό το πρώτο του πρωτότυπο έργο τον "ηττημένο". Πονεμένη έκφραση μιας νικημένης ενεργητικότητας που προσβλέπει στην αναγέννηση. Το έργο προκάλεσε σκάνδαλο στους καλλιτεχνικούς κύκλους των Βρυξελών, αλλά και στο Παρισινό σαλόνι όπου εκτέθηκε το 1877, με τίτλο "η εποχή του χαλκού".

Ο ρεαλισμός του έργου ήταν τόσο μεγάλος και η διαφορά του με τα αντίστοιχα των σύγχρονών του επίσης τόσο μεγάλη, ώστε κατηγορήθηκε ότι έφτιαξε το καλούπι του πάνω σε ζωντανό άνθρωπο.

Το 1877 επιστρέφει στο Παρίσι και φιλοτεχνεί σχέδια για το εργοστάσιο πορσελάνης των Σεβρών. Παράλληλα, απορρίφθηκε σε διάφορους διαγωνισμούς για την ανέγερση μνημείων στο Παρίσι και το Λονδίνο. Τελικά πήρε μια παραγγελία για το δημαρχείο του Παρισιού. Το έργο του "Ιωάννης ο Βαπτιστής" και "η εποχή του χαλκού" τον καθιερώνουν ως γλύπτη στα 40 του χρόνια.
Η πορεία του προς την καλλιτεχνική ολοκλήρωση αρχίζει στα 40 του χρόνια, σε μια ηλικία που μόλις επιβιώνει από την προσωπική του τέχνη. Από μία κρατική παραγγελία για τη δημιουργία μιας χάλκινης θύρας για το μελλοντικό μουσείο διακοσμητικών τεχνών κατορθώνει να θέσει σε λειτουργία δύο εργαστήρια και να νιώσει οικονομική ασφάλεια. Αν και η παράδοση του έργου προβλεπόταν για το 1884, παρέμεινε ημιτελές μέχρι το 1917, οπότε και πέθανε.

Το θέμα ήταν εμπνευσμένο από τη "θεία κωμωδία" του Δάντη και τελικά παρέμεινε γνωστή ως "η πύλη της κόλασης". Το μνημείο αυτό, που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αποτέλεσε το πλαίσιο για τη δημιουργία αυτόνομων γλυπτών, ανάμεσά τους και του περίφημου "σκεπτόμενου", που είχε αρχικά σχεδιάσει ως ο καθιστός ανδριάντας του Δάντη για το επάνω μέρος της θύρας.

Το 1884 η πόλη του Καλέ ανέθεσε στον καλλιτέχνη να φιλοτεχνήσει ένα μνημείο που θ' απαθανάτιζε τη θυσία των αστών της ως ομήρων του βασιλιά Εδουάρδου που είχε πολιορκήσει την πόλη.

Ενώ η δόξα του καλλιτέχνη αυξανόταν, η ζωή του ήταν πολυτάραχη, λόγω του αχαλίνωτου αισθησιασμού του και των πολλών ερωτικών σχέσεων. Στα χρόνια του πάθους ο Ροντέν φιλοτέχνησε πολλά γλυπτά συμπλέγματα, όπως "το φιλί", που από πολλούς θεωρείται το αριστούργημά του.

Φιλοτέχνησε τέσσερα μνημεία: του Κλωντ Πορέν, του Σερμιέντο, προέδρου της Αργεντινής, του Βίκτωρος Ουγκό και του Ονορέ ντε Μπαλζέκ. Και τα τέσσερα μνημεία αμφισβητήθηκαν και προκάλεσαν θορυβώδεις διαδηλώσεις. Μετά το 1900 η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη, που το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα. Το γαλλικό κράτος του παραχώρησε το μέγαρο Μπυρόν ως μουσείο Ροντέν και ο καλλιτέχνης έκανε δωρεά όλα του τα γλυπτά στο μουσείο.

Εκτός από τη γλυπτική, ο Ροντέν ασχολήθηκε και με εικονογραφήσεις βιβλίων, με τη χαρακτική και με τη φιλοτέχνηση αμέτρητων σχεδίων με γυναικεία κυρίως γυμνά. Ακόμη έγραψε και κάποια βιβλία λογοτεχνικά με τη βοήθεια φίλων του: "στην Αφροδίτη της Μήλου" και "οι καθεδρικοί ναοί της Γαλλίας", όπου δείχνει την αγάπη του για τη μεσαιωνική τέχνη.

Στις αρχές του 20ου αι. τιμήθηκε ως ο σύγχρονος Μιχαήλ Άγγελος. Ήταν ένας τιτάνας της γλυπτικής κι ενσάρκωση της δύναμης μιας εμπνευσμένης μεγαλοφυΐας. Η κύρια συμβολή του Ροντέν ήταν ότι επανέφερε τη δυτική γλυπτική σ' αυτό που αποτέλεσε πάντα την ουσιαστική δύναμή της: τη γνώση και τη μεγαλειώδη απόδοση του ανθρώπινου σώματος.


Βιβλιογραφία:

Πάπυρους Λάρους Μπριτάνικα
Εγκυκλοπαίδεια Ήλιος