Ερρίκος Ματίς, 1869-1954 (Matisse, Henri Emile Benot)

Ο Ανρί (Ερρίκος) Ματίς γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου του 1869 στη βορειοανατολική Γαλλία. Από τους δυο γονείς, η μητέρα του διέθετε τη μεγαλύτερη καλλιτεχνική κλίση: ζωγράφιζε κεραμικά και κατασκεύαζε καπέλα. Αποφοιτώντας από το σχολείο ο Ανρί, συνεχίζει τις σπουδές του στη νομική σχολή και ύστερα αρχίζει να εργάζεται σε ένα δικηγορικό γραφείο, που, όπως δηλώνει ο ίδιος, τον έκανε να πλήττει. Παράλληλα ξεκινάει μαθήματα σχεδίου.

Το γεγονός που έφερε τον Ανρί κοντά στην Τέχνη, στην οποία έμελλε να αφιερώσει την ζωή του, ήταν ένα δώρο που δέχτηκε από τη μητέρα του μετά την ανάρρωση από οξεία σκωληκοειδίτιδα: ένα κουτί με χρώματα ήταν αυτό που του άλλαξε την πορεία της ζωής του. Αμέσως ένοιωσε ότι με τα χρώματα ταξιδεύει σε ένα είδος παραδείσου απόλυτα ελεύθερος, ήρεμος και μόνος..

Αφήνει, λοιπόν, τη δουλειά του και φοιτά στην Ακαδημία Ζυλιάν (1891) για λίγο καιρό και ύστερα γίνεται μαθητής στη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Γκυστάβ Μορώ. Ο ενθουσιώδης αυτός δάσκαλος μετέδωσε στο Ματίς την ιδέα ότι το σημαντικότερο γνώρισμα του καλλιτέχνη είναι η ικανότητά του να εκφράζεται.

Ξεκινά κάνοντας πειραματισμούς, υφολογικά και θεματολογικά, από νεκρές φύσεις και θαλασσογραφίες του Σεζάν και του Μονέ. Αποφασιστικά τον επηρέασε η τόλμη με την οποία ο Van Gogh, παρακάμπτοντας την παραδοσιακή χρήση του επιπέδου του χρώματος, περνούσε τους εσωτερικούς ρυθμούς της ύπαρξης στη χειρονομία και από εκεί στη ζωγραφική επιφάνεια Πολλά του δίδαξε επίσης ο διακοσμητικός ρόλος που ανέθετε στο χρώμα ο Gauguin και η οργάνωση του ζωγραφικού χώρου με βάση τις αρχές της αρχιτεκτονικής, όπως την είχε πραγματοποιήσει ο Cezanne.

Έτσι, γύρω στο 1900, κατάφερε να αφήσει τα χρώματα να λειτουργήσουν ως αυτόματες εκφραστικές αξίες, πέρα από τον περιγραφικό τους ρόλο, και να αιχμαλωτίσει το φως. Και εδώ χρήσιμο είναι να θυμηθούμε τα λόγια του Schopenhauer: το φως είναι το πιο απολαυστικό πράγμα. Συμβολίζει οτιδήποτε κάνει καλό, οτιδήποτε γιατρεύει. Σε όλες τις θρησκείες του κόσμου συμβολίζει την αιώνια σωτηρία. Εμείς σήμερα μπορούμε να πούμε ότι ο Μatisse αγωνίστηκε για να φτάσει στο σημείο οι πίνακές του να γεννούν το φως. Στη διαμόρφωση του προσωπικού του στιλ συνέβαλε επίσης και η γνωριμία του με την αφρικανική πλαστική. Το 1906, επιστρέφοντας από την Αλγερία, έφερε μαζί του ισλαμικά κεραμικά και χαλιά. Έτσι στερεώθηκε μέσα του η άποψη για τη διακοσμητική λειτουργία των έντονων, επίπεδων χρωμάτων και των αραβουργημάτων.

Επίσης δέχτηκε επιδράσεις από στοιχεία βυζαντινής ζωγραφικής ύστερα από ένα ταξίδι του στη Μόσχα, από την ιαπωνική τέχνη, από το μεσογειακό τοπίο. Σε αυτό το σημείο πρέπει να υπογραμμίσουμε πως ό,τι άντλησε από όλες αυτές τις εντυπωσιακά πολλές πηγές, ο Ματίς το υπέταξε σε μια πανίσχυρη μορφοπλαστική θέληση. Και αν αναφέρθηκαν εδώ αρκετά από τα δάνειά του, έγινε για να τονιστεί πως τα δάνεια από παλαιότερους δασκάλους, όχι απλά δεν τον οδήγησαν σε έναν άγονο εκλεκτικισμό, αλλά εκμεταλλευόμενος στοιχεία από την παράδοση όλων των πολιτισμών, κατάφερε να δημιουργήσει τεράστια κινητικότητα γύρω από το πρόσωπό του και να αναδειχθεί σαν ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους του 20ου αιώνα και ο πιο συνεπής φοβιστής.

Πάντα ανοιχτός σε νέες ιδέες, βλέποντας ότι το χρώμα μπορεί να αναλυθεί σε μικρές κουκίδες, ενδιαφέρεται για τον ντιβιζιονισμό (νέο επαναστατικό ρεύμα που χρησιμοποιεί ως εκφραστικό μέσο μικρές κουκίδες). Ένα χαρακτηριστικό του πορτραίτο είναι το «Πολυτέλεια, ηρεμία και απόλαυση». Το 1905 δέχεται επιδράσεις από τους Βλαμένκ και Ντερέν και προχωρά σε ένα πιο ελεύθερο στιλ: η τάξη και ο έλεγχος της νέο-ιμπρεσσιονιστικής φάσης αντικαταστάθηκαν από τη στροφή προς το καθαρό χρώμα, τις δυνατές πινελιές και τις χρωματικές αντιθέσεις. Το αποτέλεσμα όλων αυτών εξόργισε τους κριτικούς, και τα έργα που εξέθεσε στο Φθινοπωρινό Σαλόν το 1905 μαζί με εκείνα των Βλαμένκ και Ντερέν τα ονόμασαν «άγρια θηρία» (fauves). Mε αυτό, λοιπόν, τον τρόπο προέκυψε η ονομασία του κινήματος του, του Φωβισμού, ενώ οι ίδιοι δέχτηκαν με καμάρι το «παρατσούκλι» αυτό.

Ο Ματίς ήταν η ψυχή του κινήματος του Φωβισμού. Δίπλα του στέκονταν ο Marquet, o Camoin, o Puy και πολλοί άλλοι, που επίσης προέρχονταν από το εργαστήριο του Gustave Moreau. Ο Φοβισμός ήταν ένα βραχύβιο κίνημα στην ιστορία της ζωγραφικής, που κράτησε από το 1904 μέχρι το 1907. Τα μέλη του ήταν κυρίως οι πειραματιζόμενοι ζωγράφοι του Παρισιού τα χρόνια εκείνα. Στον πυρήνα των προθέσεών τους βρισκόταν η διάθεση να συγκρουστούν με ό,τι σήμερα ονομάζουμε κοινωνικό και καλλιτεχνικό κατεστημένο. Ήταν εμφανώς κουρασμένοι από τις ιδεολογίες, για αυτό και δεν υπηρετούσαν κανένα δόγμα και ο καθένας είχε τις προσωπικές του πεποιθήσεις και ιδέες για τη ζωγραφική. Αυτό λοιπόν που τους ωθούσε ήταν η βαθύτερη ανάγκη να δώσουν μια νέα και άμεση απάντηση - την απάντηση της γενιάς τους- στους δασκάλους που είχαν κάνει πράξη την ελευθερία του χρώματος: στον Van Gogh, τον Gauguin, τους νεοεμπρεσιονιστές Seurat και Signac κτλ.

Τι σήμαινε όμως να ζωγραφίζει κανείς φoβιστικά;

Καταρχάς, δεν έχει σχέση με την αναζήτηση νέων θεμάτων. Παρατηρούμε τον Ματίς να ζωγραφίζει όψεις από σοκάκια του Παρισιού όπως και οι εμπρεσιονιστές. Αυτό που ξεχωρίζει τους οπαδoύς του φoβισμού είναι ότι αντιμετωπίζουν διαφορετικά την πραγματικότητα. Το πρόβλημα εστιάζεται στη διερεύνηση νέων τρόπων ερμηνείας και σχολιασμού του ορατού κόσμου με κύριο οδηγό το συναίσθημα και το ένστικτο. Βασική πεποίθηση των φoβιστών είναι ότι ο πίνακας είναι ένας αυτόνομος πνευματικός χώρος- την ίδια αντίληψη είχε και ο Andre Gide για το μυθιστόρημα-, στον οποίο δεν επιτρέπεται η δημιουργία ψευδαισθήσεων. Είναι ένας ξεχωριστός κόσμος, που έχει βέβαια σχέση με το φυσικό κόσμο, αλλά δεν είναι η αντανάκλασή του. Εξαιρετικά πρωτοποριακό, όμως είναι ότι το ενδιαφέρον επικεντρώνεται όχι στα αντικείμενα, αλλά στην αίσθηση που αυτά προκαλούν στην ψυχή. Η αίσθηση αυτή μεταφέρεται με υποκειμενικό τρόπο στον πίνακα που γίνεται μαρτυρία, ενώ ταυτόχρονα συντελείται η υπέρβαση αυτής της ορατής πραγματικότητας.

Και εδώ τίθεται το ερώτημα της αναγκαιότητας της Τέχνης, αφού μια κοινωνία δίχως Τέχνη δε θα είχε συνείδηση της συνέχειας ανάμεσα στο αντικειμενικό ( εξωτερικό) και το υποκειμενικό ( εσωτερικό) της ενότητας του πραγματικού..

Στο Φωβισμό, με πρωτοπόρο τον Ματίς, αντιστρέφονται οι προτεραιότητες. Ο πίνακας είναι πρώτα ζωγραφιά και μετά μπορεί να θυμίζει οτιδήποτε άλλο. Ένας πίνακας, προτού γίνει πολεμικό άλογο, γυμνή γυναίκα ή μανιασμένη θάλασσα, είναι ουσιαστικά μια επίπεδη επιφάνεια καλυμμένη με χρώματα, σε μια ορισμένη διάταξη. Στους πίνακες του Ματίς η υλικότητα προβάλλεται μέσα από την πυκνή πινελιά. Ό,τι βλέπουμε συμβαίνει στον πραγματικό χώρο ανάμεσα στον πίνακα και το θεατή. Και εδώ το κόκκινο είναι κόκκινο πριν γίνει το χρώμα του τριαντάφυλλου, η καμπύλη είναι καμπύλη πριν γίνει η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους λόφους και τον ουρανό. Υπάρχουν καθαυτά, ανεξάρτητα από το θέμα. Αυτή η λειτουργία σχετίζεται άμεσα με την ανακάλυψη μιας μυστικής ζωής πίσω από τα φαινόμενα, όπως την ιχνηλατούσαν ο Fred Bergson (1859-1941) και ο Proust. Οι φοβιστές είχαν κατά νου την ενορασιοκρατική άποψη του Bergson. Σύμφωνα με αυτήν, η μοναδική πραγματικότητα είναι η δημιουργός εξέλιξη. Το μέσο για να τη γνωρίσουμε είναι η ενόραση. Θεωρεί δε αναμφισβήτητο γεγονός ότι η τάξη υπάρχει και ότι η αταξία είναι κάτι λιγότερο από την τάξη. Η γνωσιοθεωρία του Bergson στρέφεται αποκλειστικά γύρω από το ζήτημα των νόμων του Κέπλερ και του Γαλιλαίου, ενώ «νόμος» είναι η σχέση ανάμεσα στα γεγονότα.

Ο Ανρί Ματίς ήταν ένας αληθινός επαναστάτης, αφού έσπασε την επικρατούσα εικόνα για τα αντικείμενα. Ήταν πραγματικά ελεύθερος, αφού ζωγραφίζοντας μεταμόρφωνε τα αντικείμενα αλλάζοντας το φυσικό χρωματικό τους ένδυμα, έχοντας ήδη αρνηθεί τη φυσική τους φόρμα, το φυσικό τους χώρο. Τέλος, θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε και φιλόσοφο, αφού μας δείχνει με άνεση τη σχετικότητα της επαφής μας με τον πραγματικό κόσμο, έναν κόσμο που απέχει πολύ από τον ορατό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Ιστορία της Τέχνης του 20ου αιώνα
- Αrt Gallery: Η ζωή και τα έργα των μεγάλων πρωταγωνιστών της Τέχνης. Ματίς